Υ, υ, Υ ψῑλόν
Ὑμεῖς, see σύ. Ὑπερ-εγώ, 2 Co. 11.23; see ὑπέρ. Ὑπερεκπερισσῶς, adv., beyond measure, 1 Th. 5.13. N.T. Ὑποζύγιος, α, ον, under the yoke; see ὑποζύγιον. Ὑπόλειμμα v. ὐπόλιμμα, τος, τό, a remnant, Ro. 9.27. Ὑποπιάζω, (L.G. for ὐποπιέζω) to keep down, keep in subjection, 1 Co. 9.27; see ὑπωπιάζω. Ὑφαίνω, f. ὑφανῶ, to weave, Lu. 12.27.